—
—
Αυτό το ηλεκτρονικό άρθρο κυκλοφόρησε στην ιστοσελίδα της Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας Κύπρου τον Μάη του 2024.
Η θέση της ΚΠΚ για την Ε.Ε.
20 χρόνια από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Ο Αντιδραστικός xαρακτήρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι συνέπειες από την ένταξη και η θέση της ΚΠΚ
Με τη συμπλήρωση 20 χρόνων από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), ακούμε καθημερινά συνθήματα όπως «ιστορικό ορόσημο», «οφέλη», «ελευθερία», «ανάπτυξη», «συνθήκες σταθερότητας, ασφάλειας και συνεργασίας», «μονόδρομος». Εκφράσεις που αντικατοπτρίζουν πλήρως τα αισθήματα της κυπριακής αστικής τάξης για την ΕΕ και τη συνειδητή προσπάθεια εξωραϊσμού της ΕΕ στη συνείδηση του λαού της χώρας.
Τα παραμύθια όμως για την ΕΕ και την Ευρωζώνη της δημοκρατίας, της σύγκλισης, της κοινωνικής συνοχής, της διαρκούς και αειφόρου ανάπτυξης συγκρούονται με τη σκληρή πραγματικότητα που ζουν οι λαοί της Ευρώπης.
Με αφορμή τις επερχόμενες Ευρωεκλογές, η Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου ανοίγει τη συζήτηση, αναλύει και τοποθετείται για το χαρακτήρα της ΕΕ με βάση τη Μαρξιστική-Λενινιστική κοσμοθεωρία, τις συνέπειες για τη χώρα μας, το λαό, την εργατική τάξη και το λαϊκό κίνημα από την ένταξη. Ταυτόχρονα βάζουμε ανοιχτά τη στάση που πρέπει να έχει το εργατικό κίνημα της χώρας μας απέναντι σε μια τέτοια καπιταλιστική, διακρατική ένωση.
1951
«Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακος και Χάλυβος»
Πρώτος σταθμός ήταν η ιδρυτική Συνθήκη της «Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακος και Χάλυβος» (ΕΚΑΧ) από τα έξι ιδρυτικά της μέλη (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) στις 18 του Απρίλη του 1951 στο Παρίσι. Ακολούθησε η Συνθήκη της Ρώμης (25/3/1957) απ’ αυτά τα έξι κράτη-μέλη με την οποία εγκαθιδρύονταν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (EURATOM). Το 1962 θεσπίστηκε από τις ίδιες χώρες η κοινή γεωργική πολιτική. Στις 8 του Απρίλη του 1967 υπογράφεται η Συνθήκη Συγχώνευσης των τριών Κοινοτήτων σε ενιαία θεσμική δομή.
1973
Πρώτη Διεύρυνση
Το 1973 γίνεται διεύρυνση των Κοινοτήτων και προσχώρηση της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
1985
Συνθήκη του Σένγκεν
Υπογράφεται η Συνθήκη του Σένγκεν στο Λουξεμβούργο ανάμεσα σε πέντε κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΚ) (Βέλγιο, Γερμανία, Γαλλία, Λουξεμβούργο και Ολλανδία).
1986
Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη
Υιοθετήθηκε η ευρωπαϊκή σημαία, ενώ υπεγράφη και η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, με την οποία τα κράτη – μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση να ολοκληρώσουν την εσωτερική αγορά μέχρι το 1992. Πρόκειται, ουσιαστικά, για την καθιέρωση των «τεσσάρων ελευθεριών». Της ελευθερίας στην κίνηση των κεφαλαίων, της ελευθερίας στην κίνηση των εμπορευμάτων, της ελευθερίας στην κίνηση των υπηρεσιών και της ελευθερίας στην κίνηση του εργατικού δυναμικού.
1990
Ανατροπή/διάλυση της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας (ΓΛΔ)
Με την ανατροπή/διάλυση της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας (ΓΛΔ) τον Νοέμβρη του 1989, η Ανατολική Γερμανία εισήλθε στην Κοινότητα το 1990, ως τμήμα της διευρυμένης Γερμανίας.
1993
Διακήρυξη των κριτηρίων της Κοπεγχάγης
Τον Ιούνη του 1993 υπογράφεται η Διακήρυξη των κριτηρίων της Κοπεγχάγης, που είναι ουσιαστικά τα κριτήρια προσχώρησης μιας χώρας στην ΕΕ. Τα κριτήρια είναι:
→ σταθερότητα των θεσμών που εγγυώνται την αστική δημοκρατία, το «κράτος δικαίου», τα ανθρώπινα δικαιώματα και το σεβασμό και την προστασία των μειονοτήτων
→ λειτουργούσα οικονομία της αγοράς και ικανότητα αντιμετώπισης των ανταγωνιστικών πιέσεων και των δυνάμεων της αγοράς στο πλαίσιο της ΕΕ·
→ ικανότητα ανάληψης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητα του μέλους, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τους κανόνες, τα πρότυπα και τις πολιτικές που αποτελούν το σύνολο της νομοθεσίας της ΕΕ (το κεκτημένο), και προσήλωση στους στόχους της πολιτικής, οικονομικής και νομισματικής ένωσης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδρύθηκε επίσημα την 1η του Νοέμβρη του 1993 με την εφαρμογή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η οποία είναι ουσιαστικά το θεμέλιο της ΕΕ, αφού από αυτήν απορρέουν όλες οι αντιλαϊκές πολιτικές που εφαρμόζονται στην ΕΕ. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ προέβλεπε μεταξύ άλλων και τη δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), την καθιέρωση ενιαίου νομίσματος για όλα τα κράτη – μέλη της ΕΕ και ως απώτερο στόχο έθετε την πολιτική ενοποίηση στην ΕΕ.
1995-1999
Διεύρυνση, Ενιαίο νόμισμα, συνθήκη του Άμστερνταμ
Την 1η του Γενάρη του 1995 η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία προσχώρησαν στην ΕΕ. Η πρώτη ευρεία τροποποίηση υπογράφηκε στο Άμστερνταμ το 1997, με την ομώνυμη συνθήκη, και τέθηκε σε ισχύ την 1η του Μάη του 1999. Την ίδια χρονιά το ενιαίο νόμισμα της ΕΕ, το ευρώ, αντικατέστησε για πρώτη φορά τα εθνικά νομίσματα, σε λογιστική μορφή, σε έντεκα κράτη μέλη, τη λεγόμενη Ευρωζώνη.
2002
Το Ευρώ σε φυσική μορφή
Το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα κυκλοφόρησε και σε φυσική μορφή σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
2004
Μεγάλη διεύρυνση
Την 1η του Μάη του 2004 δέκα νέες χώρες προσχώρησαν στην ΕΕ, μεταξύ των οποίων και η Κύπρος. Μαζί με την Κύπρο ήταν η Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία, Σλοβενία και Τσεχία.
Η Κύπρος στην Ε.Ε.
Η Θέση της ΚΠΚ για το χαρακτήρα της ΕΕ
Ο Λένιν το 1915, πολύ εύστοχα αντιμετώπιζε αποφασιστικά το σύνθημα των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», εξετάζοντας το υπό το πρίσμα του οικονομικού του περιεχομένου. Τόνιζε ότι στις συνθήκες του καπιταλισμού, «οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης είναι είτε αδύνατες είτε αντιδραστικές», αφού θα σήμαιναν μια συμφωνία για το μοίρασμα των αποικιών και των αγορών ανάμεσα στα μεγάλα ευρωπαϊκά αστικά κράτη. Έτσι, εξηγεί ότι μια συμφωνία θα ήταν δυνατή μόνο για να πνίξουν από κοινού το σοσιαλισμό στην Ευρώπη και να περιφρουρήσουν από κοινού τις αποικίες και τις αγορές που ελέγχουν ενάντια στην Αμερική και την Ιαπωνία.
Η λενινιστική πρόβλεψη έχει επιβεβαιωθεί από την ίδια την ιστορική πείρα. Η δημιουργία της ΕΟΚ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η μετεξέλιξη της σε ΕΕ, έγινε και με στόχο τη θωράκιση του καπιταλισμού απέναντι στο σοσιαλιστικό κομμάτι της Ευρώπης, αλλά και στον κίνδυνο της σοσιαλιστικής προοπτικής στην Δυτική Ευρώπη.
Η ΕΕ αποτελεί μια προωθημένη μορφή διακρατικής καπιταλιστικής ένωσης, μια μορφή συμμαχίας των καπιταλιστικών κρατών στην Ευρώπη. Σε κάθε κράτος-μέλος η εξουσία βρίσκεται στην αστική τάξη, τη διαχειρίζεται η αστική κυβέρνηση κάθε κράτους-μέλους και μεταξύ τους οι κυβερνήσεις συνεννοούνται σε επίπεδο ΕΕ για διάφορα θέματα, πάντα με γνώμονα τη διασφάλιση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε κάθε χώρα.
Παρόλα τα διάφορα στάδια στην εξέλιξή της, η πορεία της από την ΕΟΚ προς την ΟΝΕ και την ΕΕ εκφράζει τα κοινά στρατηγικά συμφέροντα των άρχουσων αστικών τάξεων των καπιταλιστικών κρατών-μελών της, έχει ως κίνητρο και στόχο τη μεγέθυνση των μονοπωλίων τους σε συνθήκες όξυνσης του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού με άλλα κέντρα (όπως η καπιταλιστική ένωση των BRICS, αλλά και τις ΗΠΑ) και οικονομικών κρίσεων που αναπόφευκτα φέρνουν και ανακατατάξεις στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Για παράδειγμα, η συγκρότηση της Ευρωζώνης προωθήθηκε με διακρατική συμφωνία των κρατών-μελών που εντάχθηκαν σε αυτήν για το πλεονέκτημα που προσέφερε το κοινό νόμισμα, όπως η σχετική συναλλαγματική και νομισματική σταθερότητα, η αύξηση των εμπορικών συναλλαγών, η βελτίωση των πιστοληπτικών όρων για ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις και ο διεθνής χαρακτήρας του κοινού νομίσματος.
Μετά την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος και με το νέο διεθνές πεδίο που διαμορφώθηκε, το συνεκτικό στοιχείο αυτής της καπιταλιστικής συμμαχίας είναι η κοινή στόχευση των μονοπωλίων των κρατών της ΕΕ ενάντια στην εργατική τάξη και τους λαούς. Αυτό αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο που διαπερνά όλες τις προσπάθειες ενοποίησης, όλες τις Συνθήκες (π.χ. τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, τη Συνθήκη της Λισαβόνας κτλ) και όλα τα νομικά κείμενα. Ενοποιητικά στοιχεία αποτελούν η διασφάλιση φθηνής εργατικής δύναμης σε σχέση με το εκάστοτε επίπεδο παραγωγικότητας, η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, η προώθηση της «απελευθέρωσης» των αγορών, ιδιαίτερα σε τομείς στρατηγικής σημασίας και η πολιτική της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης. Όλοι αυτοί οι αντιλαϊκοί στόχοι υπηρετούνται από μια σειρά μηχανισμούς εποπτείας, όπως το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η Ενισχυμένη Οικονομική Διακυβέρνηση, τα Ευρωπαϊκά Εξάμηνα, η πρόληψη Μακροοικονομικών Κινδύνων, η Τραπεζική Ένωση, κ.ά.
Στην Κύπρο, τα πιο πάνω τα ζήσαμε πιο έντονα με το μνημόνιο που υπογράφηκε το 2013, όπου προωθήθηκαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στις εργασιακές σχέσεις μαζί με μειώσεις μισθών, συντάξεων και κοινωνικών παροχών που είχαν ήδη ξεκινήσει. Ταυτόχρονα έγινε πιο έντονη η απελευθέρωση των αγορών στους τομείς της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, των μεταφορών και εντάθηκε η εμπορευματοποίηση στην παιδεία, στην υγεία και την κοινωνική ασφάλιση, αφού αυτοί οι τομείς αντιμετωπίζονται με τη λογική του κόστους-οφέλους.
Οι αντιδραστικές διεργασίες στην οικονομική βάση της ΕΕ αντανακλώνται και στο πολιτικό εποικοδόμημα και τους θεσμούς της. Έτσι έχουμε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο την ενίσχυση των μηχανισμών καταστολής και τη σύνδεση των θεσμών της ΕΕ με τον κατεξοχήν επιθετικό οργανισμό κατά των λαών, το ΝΑΤΟ. Σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκε η Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας και πιο πρόσφατα, η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO), με τη συμμετοχή της Κύπρου, όπου προβλέπονται δυνάμεις ταχείας αντίδρασης για πολεμικές επιχειρήσεις και ενίσχυση του “Ευρωστρατού”. Επιπρόσθετα, ενδυναμώθηκαν οι μηχανισμοί της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής – Ακτοφυλακής, το ευρωφακέλωμα με το «Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφοριών και Άδειας Ταξιδιού» (ETIAS) του 2018 και η δημιουργία της Ευρωεισαγγελίας, στην οποία θα υπάγονται οι εθνικές αστυνομικές και δικαστικές αρχές. Η επιθετικότητα και η στρατιωτικοποίηση της ΕΕ ενισχύουν τα μονοπώλια της πολεμικής βιομηχανίας των ισχυρών κρατών-μελών και την προσπάθεια αυτοτελούς δράσης στη διεθνή αρένα, αλλά και απέναντι στους ίδιους τους λαούς της.
Μαζί με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε την ένταση της ιδεολογικής παρέμβασης της ΕΕ με την αναγωγή του αντικομμουνισμού και της θεωρίας των δύο άκρων σε επίσημη ιδεολογία της. Η παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας στόχο δεν έχει μόνο το παρελθόν, αλλά, κυρίως το μέλλον. Με το να στιγματιστεί η κομμουνιστική ιδεολογία και δράση, μπαίνει στο στόχαστρο της ΕΕ συνολικά η πάλη του εργατικού λαϊκού κινήματος και ο αφοπλισμός των συνειδήσεων των νέων. Γι’αυτό έχουμε μια σειρά από αντικομμουνιστικές διακηρύξεις και αποφάσεις, όπως το αντικομμουνιστικό μνημόνιο του Συμβουλίου της Ευρώπης το 2005, το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Απρίλη του 2009 περί «Ευρωπαϊκής Συνείδησης και Ολοκληρωτισμού», την ανακήρυξη από την ΕΕ της 23ης Αυγούστου σε «Μέρα Μνήμης των θυμάτων του ναζισμού και του σταλινισμού», την προσπάθεια να αντικατασταθεί η 9η του Μάη από μέρα γιορτασμού της Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών σε «μέρα της Ευρώπης», δηλαδή της ΕΕ, κι όλες όσες εξισώνουν τον κομμουνισμό με τον ναζισμό/φασισμό. Ειδικά σε χώρες-μέλη της ΕΕ που γνώρισαν τον σοσιαλισμό, όλα αυτά παίρνουν σάρκα και οστά με την απαγόρευση σοβιετικών συμβόλων, την ποινικοποίηση των κομμουνιστικών κομμάτων και της κομμουνιστικής δράσης και τον εξωραϊσμό χιλιάδων πρώην συνεργατών των Ναζί σαν σύμβολα της «εθνικής αντίστασης».
Είναι η περαιτέρω «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» κάτι προοδευτικό;
Το τελευταίο διάστημα ακούμε όλο και συχνότερα τους όρους «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», «εμβάθυνση» και «πολιτική ένωση». Όλα αυτά εκφράζουν μια σταδιακή μετακίνηση πλευρών της αστικής εξουσίας από τις εθνικές κυβερνήσεις σε επίπεδο ΕΕ, με τις αστικές κυβερνήσεις να αποτελούν εργαλεία υλοποίησης της πολιτικής που αποφασίζεται σε επίπεδο ΕΕ. Πρόκειται για μια όλο και πιο μόνιμη μεταφορά πλευρών της εθνικής κυριαρχίας στα όργανα της ΕΕ. Ένα παράδειγμα είναι η ΟΝΕ, που μετέφερε την αρμοδιότητα της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και αποδυνάμωσε τα αστικά κράτη. Ένα άλλο παράδειγμα εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας στα όργανα της ΕΕ είναι το ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού (εσωτερικού) δικαίου των κρατών-μελών της Ε.Ε. Στην Κύπρο αυτό έγινε με νόμο που ψηφίστηκε και στην Βουλή της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τροποποίηση του Συντάγματος.
Ωστόσο, η «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» αντιφάσκει με δυο βασικά και αλληλένδετα χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής οικονομίας: το γεγονός ότι η καπιταλιστική συσσώρευση γίνεται στη βάση της εθνοκρατικής οργάνωσης της οικονομίας και δεύτερο, ότι υπάρχει ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ των ξεχωριστών καπιταλιστικών οικονομιών. Η διεθνής κρίση του 2008-09 αύξησε τις διαφορές σε οικονομική ισχύ μεταξύ των κρατών-μελών, ειδικά σε ζητήματα παραγωγικότητας, εμπορικού ισοζυγίου και χρέους. Κατ’ επέκταση δυνάμωσε η διαπάλη για τις προοπτικές της ΕΕ και της Ευρωζώνης και εντάθηκαν οι φυγόκεντρες τάσεις. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το βρετανικό δημοψήφισμα, όπου το Brexit πάτησε πάνω στην υπαρκτή λαϊκή δυσαρέσκεια με την ΕΕ. Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν και σε άλλες χώρες, το κάθε ένα με ξεχωριστές ιδιομορφίες. Η άρχουσα τάξη κάθε αστικού κράτους αποφασίζει κάθε φορά πώς κινείται, με γνώμονα την κερδοφορία των δικών της μονοπωλίων. Έτσι έχουμε στο εσωτερικό κάθε κράτους-μέλους της ΕΕ διαπάλη σε σχέση τόσο με την προοπτική της ΕΕ, καθώς και για τη θέση του κάθε αστικού κράτους σε αυτή.
Παρόλα αυτά, ακόμα και αν μπορούσε να εφαρμοστεί η ενιαία διακυβέρνηση και η μετατροπή σε ομοσπονδία κρατών-μελών, θα σήμαινε την ενιαία και αποφασιστική εφαρμογή των αντιδραστικών κατευθύνσεων των συνασπισμένων αστικών τάξεων σε βάρος των λαών. Οι πολιτικές της ΕΕ υπηρετούν και θα υπηρετούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου, τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων, και αυτό θα συμβαίνει, είτε αποφασίζουν εκλεγμένοι αντιπρόσωποι στο Ευρωκοινοβούλιο, είτε διορισμένοι επίτροποι και τεχνοκράτες.
Γι’ αυτό το εργατικό κίνημα δεν πρέπει να παραπλανείται από αστικά συνθήματα για περισσότερη Ευρώπη ως συνταγή βελτίωσης της θέσης του ή του ευρωσκεπτικισμού για ενίσχυση της εθνικής κυριαρχίας των αστικών κρατών. Το εργατικό και λαϊκό κίνημα πρέπει να χαράξει τη δική του αυτοτελή πορεία που αντιστέκεται, συγκρούεται και είναι απέναντι σε όλες τις πολιτικές που θυσιάζουν τα δικαιώματα και τη ζωή του.
Οι συνέπειες της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ
Κυπριακό:
Οικονομία:
Εργασιακά:
Αναδιοργάνωση του Δημόσιου Τομέα:
Χρηματοπιστωτικός Τομέας:
Εμπόριο:
Συνταξιούχοι:
Νεολαία:
Η θέση της ΚΠΚ για την ΕΕ
Από τα πιο πάνω το βασικό συμπέρασμα που πρέπει να εξαχθεί για τον δικό μας λαό είναι ότι η ένταξη της Κύπρου στους κόλπους της Ε.Ε., δεν είχε σκοπό ούτε να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο του λαού, αλλά ούτε και να λύσει όπως προπαγάνδιζαν το κυπριακό πρόβλημα. Άλλωστε μια εικοσαετία μετά την ένταξη, είναι φανερά τα αποτελέσματα. Η πλειοψηφία του κυπριακού λαού φτωχοποιείται και η δίκαιη λύση του Κυπριακού απομακρύνεται όλο και περισσότερο. Βέβαια δεν έχουν χάσει όλοι από αυτή την πορεία. Το μεγάλο κεφάλαιο του τόπου, μέσω του αστικού κράτους που αποτελεί το συλλογικό καπιταλιστή, των νομοθετημάτων που ψηφίστηκαν στη βουλή από όλα τα αστικά κόμματα, χρησιμοποιώντας τις αντιδραστικές-αντεργατικές οδηγίες-κατευθύνσεις της Ε.Ε., οργάνωσε και ενίσχυσε την επίθεσή του ενάντια στην εργατική τάξη. Η κυπριακή αστική τάξη, βρήκε μέσω της Ε.Ε. τη χρυσή ευκαιρία συλλογικά να κλιμακώσει την επίθεσή της απέναντι στην εργατική τάξη και τους συμμάχους της, τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, με τα νέα εφόδια που της παρείχε πλέον η Ευρωενωσιακή πραγματικότητα.
Με όλα αυτά, η δική μας πρόταση προς τον κυπριακό λαό, την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την αποδέσμευση της χώρας από την Ε.Ε. Ταυτόχρονα, με την έξοδο, δεν αποτελεί λύση προς όφελος του λαού η στρατηγική επιλογή συνεργασίας με άλλο ιμπεριαλιστή ή ιμπεριαλιστική ένωση (π.χ. BRICS). Γι’αυτό, αναγκαίος όρος για να λειτουργήσει η αποδέσμευση από την ΕΕ προς όφελος του λαού, είναι η ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων. Η δική μας πρόταση, το δικό μας όραμα για το μέλλον του τόπου είναι η οργάνωση της οικονομίας σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από την καπιταλιστική, η οργάνωση της παραγωγής, της οικονομίας σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Οι δυνατότητες της παραγωγής στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης είναι τέτοιες που μπορούν να καλύψουν στο πολλαπλάσιο τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες. Το μόνο που εμποδίζει την επίτευξη αυτού του στόχου, είναι η ιδιοποίηση από τη μειοψηφία του πλούτου που παράγει η πλειοψηφία.
Για να μπορέσει η εργατική τάξη, σαν πρωτοπόρα δύναμη του λαού, μαζί με τα λαϊκά στρώματα να προστατέψουν σήμερα όσα δικαιώματα δεν έχουν χαθεί και να παλεύει για όλα τα σύγχρονα δικαιώματα, θα πρέπει να βγουν οργανωμένα στο προσκήνιο και να ενδυναμωθεί η πάλη για αλλαγές στο επίπεδο της εξουσίας, με αποδέσμευση από την ΕΕ. Σε συνεργασία με τα κινήματα των υπόλοιπων λαών και αξιοποιώντας τις φυγόκεντρες τάσεις που αντικειμενικά υπάρχουν και ενισχύονται, μπορούμε με τον αγώνα μας να κάνουμε βήματα προς την κατεύθυνση του στόχου που δεν είναι άλλος από την αποδέσμευσή μας από την ΕΕ, προς την οργάνωση της δικής μας εξουσίας, προς τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία.