—
—
Αυτό το ηλεκτρονικό άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Facebook Με τον Μαρξ Πέραν του Μαρξ στις 13/07/16.
Το Αληθινό Όριο του Καπιταλισμού και η Αριστερά
Δύσκολα θα βρεθεί άλλη θέση που να χλευάζεται τόσο πολύ από την αριστερά, συμπεριλαμβανομένων και των παραδοσιακών μαρξιστών, όπως η θέση για ένα απόλυτο ιστορικό όριο του εμπορευματοπαραγωγού συστήματος. Όταν ακούουν τη λέξη «κατάρρευση» θεωρούν ότι ήρθε η ώρα να καγχάσουν: και προηγούμενα και πολύ συχνά «προφητεύτηκε» κάτι τέτοιο, όμως ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Έτσι πολλοί αριστεροί και παραδοσιακοί μαρξιστές γίνονται αντικειμενικά απολογητές της οικονομίας της αγοράς δηλαδή του καπιταλισμού – παρ’ όλο που υποκειμενικά δεν είναι. Είναι τόσο πεπεισμένοι για την σταθερότητα του κεφαλαίου όσο και οι κερδοσκόποι.
(Προτού προχωρήσουμε πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι κάτω από την έννοια «παραδοσιακός μαρξισμός» δεν εννοούμε ένα ειδικό ιστορικό ρεύμα ή τάση στο μαρξισμό αλλά βασικά όλες τις θεωρητικές τοποθετήσεις οι οποίες αναλύουν τον καπιταλισμό από την άποψη της εργασίας και τον περιγράφουν ουσιαστικά με τις κατηγορίες των ταξικών σχέσεων, σαν μια κοινωνία της οποίας η δομή βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και σαν μια οικονομία που ρυθμίζεται από την αγορά. Σε αντίθεση προς τον παραδοσιακό μαρξισμό ερμηνεύουμε την μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας ουσιαστικά σαν μια κριτική της αξίας και του εμπορεύματος και άρα της αφηρημένης εργασίας σαν το βασικό δομικό στοιχείο της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης. Αντίθετα ο παραδοσιακός μαρξισμός βασικά δεν προχώρησε πέραν από μια κριτική των σχέσεων διανομής του καπιταλισμού (δηλαδή πέραν από μια κριτική της ελεύθερης αγοράς) ενάντια στις οποίες έθεσε την άποψη της αφηρημένης εργασίας την οποία (παρ) εξήγησε σαν υπεριστορική και χειραφετητική κατηγορία. Ως εκ τούτου μπορεί κανείς – λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική εμπειρία – να τον αποκωδικοποιήσει μάλλον σα μια ειδική θετική θεωρία των αστικών σχέσεων παραγωγής παρά σαν μια κριτική τους. Ο παραδοσιακός μαρξισμός παρέμεινε αιχμάλωτος των βασικών κατηγοριών της αστικής κοινωνίας, αυτών δηλαδή που – σύμφωνα με τη δική του αξίωση – θέλει να καταργήσει. Αυτή η διαπίστωση μπορεί κατ’ αρχήν να συγχύζει και να ξαφνιάζει επειδή πολλοί παραδοσιακοί μαρξιστές θεωρητικοί κατεύθυναν (φαινομενικά) την κύρια προσοχή τους στην κριτική του προτσές παραγωγής και όχι στην κριτική της διανομής. Όμως αυτό συνέβαινε μόνο όταν στο κέντρο της κριτικής τους βρισκόταν μόνιμα η απόσπαση της υπεραξίας δηλαδή η εκμετάλλευση των μισθωτών εργατών. Με αυτή την έννοια, αυτό που ενδιέφερε και ενδιαφέρει τον παραδοσιακό μαρξισμό δεν είναι η απελευθέρωση από την εργασία αλλά η αυταπάτη μιας απελευθέρωσης της εργασίας από το κεφάλαιο, από την καπιταλιστική εκμετάλλευση).
Οι δείχτες επιτυχίας των εθνικών οικονομιών, οι διαφημίσεις και τα περιοδικά Lifestyle φαντασιώνονται ένα άλλο κόσμο από αυτόν που είναι. Η κοινωνική κριτική γίνεται, κατά κανόνα, χωρίς κριτική της οικονομίας και με εκείνο το μέρος που πολιτογραφείται σαν οικονομία ασχολούνται οι λεγόμενοι «ειδικοί αναλυτές». Το δε σύνολο της αριστεράς δεν προχωρεί πέραν του κεϊνσιανισμού. Δεν γίνεται αντιληπτό ούτε κατανοητό ότι σήμερα ζούμε σε μια φάση της από-ενσωμάτωσης και όχι πλέον σε μια φάση ενσωμάτωσης όπως την συνιστούσαν η αποικιοκρατία, ο ιμπεριαλισμός και ο φορντισμός-κεϊνσιανισμός. Ενώ, από τη μια μεριά, η πλειοψηφία της ανθρωπότητας φυτοζωεί κάτω από καταστροφικές συνθήκες και από την άλλη μεριά το κεφάλαιο και οι απολογητές του κηρύττουν ασταμάτητα το παραμύθι του παγκόσμιου εκσυγχρονισμού μέχρι και την freedom and democracy, οι αριστερές κοινωνικές δυνάμεις προσπαθούν μέχρι και την τελευταία αυτοταπείνωση να εμποδίσουν το χειρότερο. Όσο πιο συχνά ηττούνται κατά τους αμυντικούς αγώνες τους τόσο περισσότερο αυξάνεται η πίστη τους στην αιωνιότητα του κεφαλαίου. Πως εξηγείται αυτό;
Φαίνεται ότι η μη επεξεργασθείσα θεωρητικά και άρα μη κατανοηθείσα κατάρρευση του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού», τους οδήγησε στη σκέψη, ίσως και στην πεποίθηση, ότι ο καπιταλισμός απολαμβάνει κάτι τέτοιο σαν αιώνια ζωή, ότι είναι απεριόριστα ευέλικτος και ικανός για αλλαγή και μεταμόρφωση και γι’ αυτό είναι σε θέση να ξεπερνά κάθε κρίση και να καθιστά ακίνδυνη και να ουδετεροποιεί κάθε αντιπολίτευση μέσω της ενσωμάτωσης. Μπορεί να φαίνεται παράδοξο όμως στη θεωρία της αριστεράς και ειδικότερα του εργατικού κινήματος η μαρξική διάγνωση για ένα απόλυτο όριο του κεφαλαίου δεν έπαιζε σχεδόν κανένα ρόλο. Οι μοναδικές σοβαρές προσπάθειες να αξιοποιηθεί αυτή η διάγνωση του Μαρξ – από την Rosa Luxenburg και του Henryk Grossman – παρέμειναν θεωρητικά απομονωμένες και σχεδόν χωρίς σημασία για τον πρακτικό προσανατολισμό. και αυτό δεν είναι τυχαίο: απλά μια τέτοια σκέψη δεν ήταν συμβατή με την αισιοδοξία του παραδοσιακού μαρξισμού για την ιδέα της προόδου της ανθρωπότητας που ήταν κύριο χαρακτηριστικό της ιδεολογίας του Διαφωτισμού. Αφού η ιστορία κατανοείτο σαν μια ανοδική ακολουθία σταδίων της ανθρώπινης εξέλιξης, από την πρωτόγονη κοινωνία μέχρι την κομμουνιστική κοινωνία, τότε δεν επιτρέπεται να σκεφτεί κανείς κάτι τέτοιο όπως μια καταστροφική κατάρρευση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Και τούτο επειδή ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός κατανοείτο σαν ο κληρονόμος των θετικών στοιχείων της αστικής κοινωνίας ο οποίος συνεχίζει την «πολιτιστική αποστολή» της οδηγώντας έτσι «την πορεία της ιστορίας» σ’ ένα ευτυχισμένο τέλος. Επί πλέον προστέθηκε σ’ αυτή την αισιόδοξη θεώρηση και επιβλήθηκε θεωρητικά και η θέση του Λένιν για το “primat της πολιτικής», πράγμα που σήμαινε ότι: «αντικειμενικά» ο κόσμος ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ήδη ανά πάσα στιγμή «ώριμος» για την «παγκόσμια επανάσταση». η νίκη της εξαρτάτο μόνο από τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της βούλησης και του ισοζυγίου των δυνάμεων (που δυστυχώς, δυστυχώς ήταν πάντοτε δυσμενής).
Η θέση ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής έρχεται σε κάποια στιγμή αντιμέτωπος με τα απόλυτα όρια του, προέρχεται από τη μαρξική θεωρία για τις κρίσεις δηλαδή από την ανάλυση της βασικής εσωτερικής αυτοαντίθεσης του κεφαλαίου δηλαδή ενός εντελώς ειδικού κοινωνικοοικονομικού ιστορικού σχηματισμού. Με αυτή την έννοια πρέπει να καταλάβουμε τον Μαρξ όταν διαπιστώνει:
«Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίηση του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός […] Το μέσο – απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας – έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου». («Το κεφάλαιο», τόμος τρίτος, σελ. 316).
Πρόκειται για μια μόνιμη εσωτερική άλυτη αντίθεση με την εξής έννοια: η άνοδος της επιχειρηματικής παραγωγικότητας σημαίνει τελικά τον παραμερισμό και την αποβολή ζωντανής εργασίας από το προτσές αξιοποίησης του κεφαλαίου, ενώ όμως ταυτόχρονα η αξιοποίηση του κεφαλαίου δεν είναι τίποτ’ άλλο από το ξόδεμα εργατικής δύναμης. Με τα λόγια του Μαρξ:
«Το κεφάλαιο είναι αυτό καθεαυτό μια αντίθεση σε προτσές (prozessierende Widerspruch): από το ένα μέρος ωθεί τη μείωση του χρόνου εργασίας σε ένα μίνιμουμ και από το άλλο μέρος θέτει το χρόνο εργασίας σαν τη μοναδική πηγή και το μοναδικό μέτρο του πλούτου». [Grundrisse, σελ. 601 (σ. 539 Ελληνική Έκδοση)]
Σε αντίθεση προς τον ισχυρισμό του Έγκελς ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής αποδείχνεται όλο και περισσότερο ότι «στέκει εμπόδιο» στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων («Το κεφάλαιο», τόμος τρίτος, σελ. 332) και προς τη θεωρία του ιμπεριαλισμού του Λένιν («σάπισμα των παραγωγικών δυνάμεων»), ο Μαρξ δεν ξεκινά από ένα στάλωμα των παραγωγικών δυνάμεων αλλά από την ιλιγγιώδη ανάπτυξη τους. Η θέση για την κατάρρευση η οποία βασίζεται σ’ αυτό, αναλύεται σε δύο βήματα. Πρώτον: η σχέση του σταθερού κεφαλαίου προς το μεταβλητό κεφάλαιο μετατοπίζεται διαρκώς προς όφελος του σταθερού κεφαλαίου. εξαιτίας αυτής της διαρκώς αυξανόμενης «οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου» αποβάλλονται συνεχώς εργάτες και αντικαθίσταται από τις μηχανές. («Το κεφάλαιο», τόμος τρίτος, σελ. 184, 269 και αλλού). Δεύτερον: οι απελευθερωμένες εργατικές δυνάμεις δεν μπορούν να απασχοληθούν παραγωγικά ούτε σε νέους κλάδους παραγωγής ούτε από το διαρκώς αυξανόμενο κεφάλαιο.
Όσο καιρό ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής δεν είναι ακόμη αρκετά αναπτυγμένος και είναι περιορισμένος σε λίγες χώρες και περιοχές του κόσμου αναπτύσσεται από αυτή την αυτοαντίθεση του μια τεράστια δυναμική επέκτασης. Και τούτο διότι η συνεχής μείωση της μάζας της αξίας που προέρχεται από την «εξοικονόμηση» εργατικής δύναμης στην κάθε ξεχωριστή επιχείρηση, ισοσταθμίζεται παροδικά πάνω στο συνολικό καπιταλισμό επίπεδο (το «κεφάλαιο γενικά» όπως το διατυπώνει ο Μαρξ) μέσω μιας διαρκούς διεύρυνσης της αξιοποίησης σε νέους κλάδους παραγωγής που χρησιμοποιούν σε μεγάλη έκταση παραγωγική εργασία και μέσω της καπιταλιστικοποίησης και άλλων περιοχών του κόσμου.
Ένα από τα βασικά μεθοδολογικά λάθη που κάνουν πολλοί μαρξιστές θεωρητικοί (οι νεοφιλελεύθεροι έτσι κι αλλιώς) είναι ότι δεν αντικρίζουν τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής σαν συνολικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Έτσι έχοντας σαν αφετηρία το μικρο-οικονομικό επίπεδο της ατομικής επιχείρησης ανάγουν τα συμπεράσματα τους απλά πάνω στο μακρο-οικονομικό επίπεδο του συνολικού καπιταλισμού ή του «κεφαλαίου γενικά». Μια απλή προέκταση, άθροιση και γενίκευση ατομικών καπιταλιστικών στρατηγικών κέρδους, αντίστοιχα της «λογικής» των ατομικών καπιταλιστικών είναι παραπλανητική και θεωρητικά λαθεμένη. Το γεγονός ότι ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο επίπεδα θα μπορούσαν να υπάρχουν βασικές αντιθέσεις δεν περνά από την σκέψη τους. Μια ξεχωριστή επιχείρηση μπορεί φυσικά να αυξήσει τα κέρδη της με το να πιέζει τους μισθούς και άλλα εργατικά κόστα, με το να πληρώνει λιγότερους φόρους στο κράτος, με το να μεταφέρει τμήματα της επιχείρησης σε περιοχές του κόσμου με φτηνούς μισθούς και ταυτόχρονα να χρησιμοποιεί υψηλή τεχνολογία αντικαθιστώντας θέσεις εργασίας με σταθερό κεφάλαιο (μέσα παραγωγής). Από την άποψη όμως της συνολικής οικονομίας (του «κεφαλαίου γενικά») αυτό δεν συμβάλλει με κανένα τρόπο στη λύση της καπιταλιστικής κρίσης αλλά αντίθετα την οξύνει περισσότερο. Αυτό φαίνεται κατ’ αρχήν στις συρρικνούμενες αγορές διότι, όταν το εισόδημα των μισθωτών και τα έσοδα του κράτους μειώνονται, μειώνεται φυσικά αντίστοιχα και η ζήτηση. Όπου όμως δεν μπορούν να πωληθούν εμπορεύματα δεν μπορεί να αξιοποιηθεί κανένα κεφάλαιο. Έτσι ότι συνιστά «επιτυχία» για την ξεχωριστή επιχείρηση, μπορεί να συνιστά καταστροφή για την κίνηση του συνολικού κεφαλαίου. ότι εμφανίζεται βραχυπρόθεσμα σαν μπουμ μπορεί ακριβώς να τροχιοδρομήσει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα την ύφεση. Μπορεί βέβαια να υπάρξει για κάποιο χρονικό διάστημα μια απότομη άνοδο της οικονομίας εξαιτίας της ύπαρξης φτηνής εργατικής δύναμης (όπως π.χ. σήμερα στην Κίνα). Αυτό όμως οδηγεί αναγκαστικά στην καταστροφή της παραγωγικής βάσης των υπόλοιπων περιοχών της χώρας ένεκα της χαμηλής παραγωγικότητας τους.
Το προτσές ισοστάθμισης – που αναφέραμε πιο πάνω – το οποίο δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η καθορισμένη μορφή κίνησης με την οποία η καπιταλιστική αυτοαντίθεση ξετυλίγεται, αναπτύσσεται και ταυτόχρονα οξύνεται ιστορικά, δεν μπορεί να συνεχίζει επ’ αόριστον. Και τούτο επειδή
«η καπιταλιστική παραγωγή τείνει πάντα να ξεπεράσει αυτά τα εσωτερικά όρια, τα ξεπερνάει όμως με μέσα που της αντιτάσσουν εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια» («Το κεφάλαιο», τόμος τρίτος, σελ. 316)
Ήδη στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» αναφέρεται ότι,
«η καπιταλιστική κοινωνία ξεπερνάει κρίσεις πάντοτε μόνο με το να προετοιμάζει πιο σύνθετες και πιο βίαιες κρίσεις και μειώνοντας ταυτόχρονα τα μέσα που συμβάλλουν στο να προλάβουν τις κρίσεις».
Είναι στη λογική της υπόθεσης ότι αργά ή γρήγορα το συνολικό κοινωνικό ξόδεμα εργατικών δυνάμεων θα μειώνεται διαρκώς ένεκα της ανάπτυξης της παραγωγικότητας και άρα θα συρρικνώνεται επίσης η συνολική καπιταλιστικά παραγώμενη μάζα αξίας. Με αυτό τον τρόπο ο καπιταλισμός υποσκάπτει την δική του βάση.
Ο παραδοσιακός μαρξισμός έθεσε με το κεφάλι κάτω αυτή την διάγνωση της κρίσης από τον Μαρξ (βεβαίως σε μια πολύ αφηρημένη μορφή διατύπωσης) αντικαθιστώντας την με τη θέση για το «γεροντικό μαρασμό» (Έγκελς) και το «σάπισμα» (Λένιν) του καπιταλισμού. Ακόμη περισσότερο: ερμήνευσε την «αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις» όχι σαν ειδική αντίθεση του καπιταλισμού αλλά σαν υπερ-ιστορική δηλαδή σαν ισχύουσα για όλες τις κοινωνίες. Όμως καμιά άλλη κοινωνία, εκτός από την καπιταλιστική, δεν ήταν οργανωμένη γύρω από την παραγωγή, γι’ αυτό δεν μπορούσε κατ’ ουδένα λόγο να υπάρχει κάτι τέτοιο όπως η «αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις» στους προκαπιταλιστικούς κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς.
Η μέχρι τώρα μαρξιστική θεωρία αντίκριζε τις κρίσεις πάντοτε μόνο σαν παροδικές διακοπές της καπιταλιστικής συσσώρευσης δηλαδή ουσιαστικά σαν συγκυριακές κρίσεις ή σαν διαρθρωτικές ρήξεις κατά τη διαδικασία περάσματος σε ένα νέο μοντέλο της συσσώρευσης. Έτσι η θεωρία της για τις κρίσεις παρέμεινε αιχμάλωτη στον ορίζοντα της «αφηρημένης εργασίας» και με αυτό στις κοινωνικές μορφές και στους θεσμούς του εμπορευματοπαραγωγού συστήματος (όπως ακριβώς και η θεωρία και η πράξη του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού). Ένα απόλυτο εσωτερικό όριο της συσσώρευσης είτε θεωρείτο γενικά αδύνατο, είτε δεν συσχετίζετο με την «αφηρημένη εργασία» σαν την «ουσία του κεφαλαίου». Έτσι η μαρξική θεωρία για τις κρίσεις είτε δεν κατανοήθηκε είτε περαμερίστηκε. Δεν κατανοήθηκε ότι το απόλυτο εσωτερικό όριο της συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το κεφάλαιο «χάνει την ουσία του» (“Entsubstantialissierung” του κεφαλαίου).
Οι κρίσεις των τελευταίων δυόμισι αιώνων ήταν όλες μαζί διαταραχές του προτσές δημιουργίας και ανάπτυξης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η υπέρβαση τους γινόταν δια μέσου ενός άλματος στο επίπεδο της κοινωνικοποίησης. Τα ξεσπάσματα των κρίσεων ήταν βήματα της διαδικασίας συγκρότησης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτή η λογική έχει στο μεταξύ εξαντληθεί. Η καπιταλιστική κοινωνία δεν πρέπει πλέον να γίνει, είναι ήδη εδώ. (Η ολοκλήρωση της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν σημαίνει κατ’ ουδένα λόγο την δημιουργία όλων των επιτευγμάτων της και στο τελευταίο αφρικανικό χωριό. Η καπιταλιστική κοινωνικοποίηση εγκαθιδρύει την ολική συνάφεια, την ολική αλληλεξάρτηση η οποία διαμεσολαβείται από τον ανταγωνισμό, παράγει εκ των πραγμάτων «άνιση ανάπτυξη», «νικητές» και «ηττημένους». Μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης αγοράς δεν μπορεί να δημιουργηθεί το «μέσο ποσοστό του κέρδους». νικά η πιο υψηλή παραγωγικότητα και μάλιστα με τη μορφή του οδοστρωτήρα).
Από τη στιγμή που η καπιταλιστική κοινωνία φθάνει στο ύψος της έννοιας της, υπάρχει πλέον μόνο μια κατάσταση διαρκούς κρίσης. τα μεμονωμένα στοιχεία της κρίσης συμπλέκονται και υφαίνονται σε οικουμενική κρίση της ίδιας της καπιταλιστικής μορφής. Η κοινωνικοποίηση που διαμεσολαβείται από την αξία – εμπόρευμα – χρήμα – που συνιστά μια έμμεση κοινωνικοποίηση – καταρρέει. Η ενότητα που συνίσταται στην υποταγή κάτω από την καπιταλιστική μορφή, ξεσκεπάζεται και αποκαλύπτεται σαν οικουμενικό προτσές κρίσης. Η σημερινή κρίση χαρακτηρίζεται ακριβώς από την οικουμενικότητα της και αυτό είναι που την κάνει να ξεχωρίζει ποιοτικά από όλες τις προηγούμενες. Οι κρίσεις του παρελθόντος ήταν μεμονωμένες και περιορισμένες, η κρίση που βρίσκεται σήμερα σε πλήρη ανάπτυξη δεν είναι μόνο παγκόσμια αλλά αφαιρεί επίσης το κοινωνικό έδαφος κάτω από τα πόδια του καπιταλισμού, αυτής της αρνητικής μορφής κοινωνικοποίησης.
Όταν ο Μαρξ λέει:
«Όλες οι αντιθέσεις της αστικής παραγωγής ξεσπούν συλλογικά στις γενικές κρίσεις της παγκόσμιας αγοράς, στις ιδιαίτερες κρίσεις (ιδιαίτερες ως προς το περιεχόμενο και την έκτασή τους) ξεσπούν μόνο σκόρπιες, μεμονωμένες, μονόπλευρες» («Θεωρίες…», τόμος δεύτερος, σελ. 622-623)
είναι φανερό ότι η δεύτερη κατηγορία των κρίσεων αφορά τις κρίσεις του παρελθόντος ενώ η πρώτη κατηγορία αφορά την σημερινή συνολική και τελική κρίση του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε δεν είναι τίποτ’ άλλο από το να σκεφτούμε με συνέπεια μέχρι τέλους την κριτική του φετιχισμού (της φετιχιστικής μορφής αξία-εμπόρευμα-χρήμα) που βρίσκεται (συνοπτικά) ήδη στο πρώτο μέρος του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» (σελ. 84-97). Επειδή η λογική αυτοαντίθεση του κεφαλαίου βρίσκεται ήδη στην εμβρυακή μορφή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, στο εμπόρευμα, η αυτοσκοπική και ταυτολογική κίνηση της αυτοαξιοποίησης της αξίας – του χρήματος – του κεφαλαίου, του «αυτόματου υποκειμένου» όπως χαρακτηρίζει αυτό το φαινόμενο ο Μαρξ (στο ίδιο, σελ. 167 και αλλού), δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το ξετύλιγμα και η παραπέρα ανάπτυξη αυτής της αντίθεσης. Το ότι οι κοινωνικές σχέσεις μεταπλάθονται και εμφανίζονται σαν σχέσεις των πραγμάτων (των εμπορευμάτων) και σαν τέτοιες στέκονται απέναντι στους ανθρώπους σαν ξένη δύναμη σημαίνει ακριβώς ότι: πρώτον, η δική τους κοινωνική σχέση τους υπαγορεύει εξαναγκαστικά τις παράλογες νομοτέλειες της ωσάν να πρόκειται για φυσικούς νόμους και δεύτερον, σ’ αυτό εμπεριέχεται επίσης το ιστορικό τέλος αυτής της σχέσης ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκειμενική βούληση.
Εννοείται ότι το μόνο σίγουρο είναι ότι η καπιταλιστική κοινωνία πρέπει τελικά να καταστραφεί (zerbrechen) βίαια εξαιτίας της δικής της εσωτερικής αυτοαντίθεσης και όλων των αντιθέσεων που παράγονται από αυτήν. Όμως δεν είναι καθόλου σίγουρο πως αυτό το προτσές της καταστροφής λαμβάνει χώραν με λεπτομέρεια και προπαντός τι θα μπει στη θέση της. Η υπέρβαση της εμπορευματικής μορφής κοινωνικοποίησης μπορεί να γίνει κατορθωτή φυσικά μόνο με συλλογική συνειδητή πράξη διότι δεν πρόκειται για τίποτ’ άλλο από την υπέρβαση της κοινωνικής μη συνειδητότητας (που περιλαμβάνει και την αστική μορφή υποκειμένου). Αν αυτό θα πετύχει εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από το αν οι άνθρωποι θα τα καταφέρουν να χειραφετηθούν από τις καπιταλιστικά συγκροτημένες σχέσεις ή όχι. Μια τέτοια χειραφέτηση προϋποθέτει την αναγνώριση αυτών των σχέσεων σαν φετιχιστικών πράγμα που συνιστά μια «τεράστια συνειδητοποίηση» η οποία – πρέπει να τονιστεί αυτό – είναι, όπως διαπιστώνει ο Μαρξ.
«απόρροια (προϊόν) του τρόπου παραγωγής που βασίζεται πάνω στο κεφάλαιο» [Grundrisse, σελ. 375 (σ. 351 Ελληνική Έκδοση)]
Κάθε υπερβολική αισιοδοξία θα ήταν λάθος. Δεν είναι καθόλου απίθανο το προτσές της κατάρρευσης να θέσει σε κίνηση μια ανεξέλεγχτη, καταστροφική δυναμική στην παραπέρα πορεία της οποίας να καταστραφεί κάθε πολιτισμική σχέση και ίσως επίσης αυτές οι ίδιες οι προϋποθέσεις της ανθρώπινης ζωής γενικά. Αυτή η δυνατότητα διαφαίνεται ήδη τόσο καθαρά όσο και φρικιαστικά στις περιοχές της κατάρρευσης του σημερινού κόσμου (στην Αφρική και σε μεγάλες περιοχές της Λατινικής Αμερικής και της Άπω Ανατολής). Εννοείται ότι υπάρχει επίσης και η χειραφετιτική επιλογή, έστω κι αν σήμερα η κοινωνική αντιπολίτευση και αντίσταση βρίσκονται παγκόσμια σε άμυνα. Η ιστορία είναι λοιπόν ανοιχτή.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε στο τωρινό προτσές της κρίσης τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο επίπεδο της πραγματικής συσσώρευσης και το επίπεδο του δανειακά και κερδοσκοπικά φουσκωμένου χρηματοπιστωτικού εποικοδομήματος. Και τούτο επειδή, όσο συγχισμένες και μπερδεμένες κι αν είναι οι κινήσεις στην επιφάνεια των υπερεθνικών χρηματοπιστωτικών αγορών, δεν είναι δύσκολο κατ’ αρχήν να κατανοηθεί ο βασικός μηχανισμός του «πλασματικού κεφαλαίου» όπως τον αποκωδικοποίησε ήδη ο Μαρξ στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου». Βασικά εδώ πρόκειται για μια διπλή κίνηση: κατ’ αρχήν το δάνειο και η κερδοσκοπία εξυπηρεούν την αναβολή του ξεσπάσματος της κρίσης διότι δημιουργούν πλασματικές (δηλαδή ακάλυπτες, χωρίς αντίκρισμα στην πραγματική οικονομία) δυνατότητες τοποθέτησης (επένδυσης) για το «υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο» και ταυτόχρονα δημιουργούν το ίδιο ακάλυπτη, χωρίς αντίκρισμα αγοραστική δύναμη. Τελικά όμως αυτό οδηγεί σε μια όξυνση της κρίσης διότι με το σκάσιμο της χρηματοπιστωτικής φούσκας «υλοποιείται» δια μιας ολόκληρο το αναβλημένο δυναμικό της υποτίμησης.
Αυτός ο μηχανισμός, ο οποίος παρεμπιπτόντως παράγει την φαινομενικότητα ότι είναι η κερδοσκοπία η αιτία της κρίσης και όχι η ίδια η δική της πορεία και γι’ αυτό συμβάλλει στο ξέσπασμα αντισημιτικών (με την ευρεία έννοια του όρου) προβολών (κυνήγι κερδοσκόπων κλπ) – αυτός ο μηχανισμός λοιπόν που δρα κατ’ αρχήν σε κάθε καπιταλιστικό προτσές κρίσης, δρα φυσικά επίσης και στην τωρινή. Σ΄ αυτή την συνάφεια καλό είναι να έχουμε κατά νου αυτά που αναφέρει ο Μαρξ για την κερδοσκοπία απ’ αφορμή την εμπορική κρίση του 1857 στην “New York Daily Tribune”, και που σήμερα είναι εκπληκτικά επίκαιρα:
«Όταν η κερδοσκοπία προς το τέλος μιας ορισμένης εμπορικής περιόδου εμφανίζεται ως άμεσος πρόδρομος της κατάρρευσης, δεν πρέπει κανείς να ξεχνά ότι η ίδια η κερδοσκοπία παρήχθη στις προηγηθείσες φάσεις της περιόδου και γι’ αυτό συνιστά η ίδια ένα αποτέλεσμα και ένα φαινόμενο (accident) και όχι την τελική αιτία και την ουσία (the final cause and the substance). Οι οικονομολόγοι οι οποίοι προσπαθούν να εξηγήσουν τους επαναλαμβανόμενους σπασμούς (spasms) της βιομηχανίας και του εμπορίου με την κερδοσκοπία μοιάζουν με την παλιά σχολή των φιλοσόφων της φύσης η οποία θεωρούσε τον πυρετό ως την πραγματική αιτία όλων των ασθενειών» («Άπαντα Μαρξ-Έγκελς», τόμος 12, σελ. 336).
Το ιστορικά νέο σ’ αυτή την κρίση είναι μόνο το γεγονός ότι μέσω της ολικής αποσύνδεσης του χρήματος από το χρυσό, που ήταν η βάση του, και της απορύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών, δημιουργήθηκε ένα τεραστίων διαστάσεων περιθώριο για την σχετική αυτονόμηση του πλασματικού κεφαλαίου απέναντι στην πραγματική συσσώρευση. Έτσι εξηγείται η ασυνήθιστα μεγάλη χρονική διάρκεια της αναβολής της κρίσης (σχεδόν 30 χρόνια), όπως επίσης και το τεράστιο μέγεθος της «συσσώρευσης» πλασματικής «μάζας της αξίας». Επειδή όμως η αξιοποίηση του κεφαλαίου δεν μπορεί ποτέ να χειραφετηθεί απόλυτα από το ξόδεμα ζωντανής εργασίας (αφού είναι η ουσία του) πρέπει τελικά να ξαναδημιουργηθεί η σχέση (δηλαδή η ενότητα) ανάμεσα στις δύο σφαίρες – και μάλιστα βίαια με ένα κραχ. («Θεωρίες για την υπεραξία», τόμος δεύτερος, σελ. 128).
Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς το γεγονός ότι το προτσές κρίσης που βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη σε όλα τα επίπεδα, έχει αποβάλει από το προτσές της αξιοποίησης του κεφαλαίου ήδη μεγάλες περιοχές του κόσμου και τις αποσύνδεσε αρνητικά με τρομακτικές και βαρβαρικές συνέπειες για τους ανθρώπους που ζουν εκεί, στις δε πυρηνικές χώρες του κεφαλαίου επιρεάζεται αρνητικά όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Ένα κραχ θα επιτάχυνε σε μεγάλο βαθμό αυτό το προτσές, όμως δεν σημαίνει ότι θα συνιστούσε αναγκαστικά «την κατάρρευση» αλλά μπορεί να αποτελεί ακόμη ένα βήμα στο προτσές παρακμής, πτώσης και αυτοκαταστροφής το οποίο μπορεί να διαρκέσει ακόμη για πολλά χρόνια, ίσως και δεκαετίες, και θα παίρνει όλο και πιο απαίσιες και φρικτές μορφές κίνησης.
Αντιλαμβάνομαι ότι οι πιο πάνω αναφορές και τοποθετήσεις, αυτός ο νέος τρόπος ανάλυσης και κριτικής ο οποίος είναι εντελώς αντίθετος προς τις επικρατούσες αντιλήψεις, προκαλούν ξάφνιασμα και αντίδραση. Για την αριστερά, για τον παραδοσιακό μαρξισμό όμως αυτή η ερμηνεία της κατάρρευσης του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού» (που στην ουσία του ήταν κρατικοκαπιταλισμός στο επίπεδο των παραγωγικών σχέσεων: αφηρημένη εργασία, παραγωγή αξίας, εμπορευμάτων κλπ) θα μπορούσε να τους βγάλει από την κατάθλιψη στην οποία περιέπεσαν από τότε, επειδή γίνεται φανερό ότι το τέλος του σοσιαλισμού «τους» δε σημαίνει την άνευ όρων αποδοχή του δυτικού καπιταλισμού στο όνομα του «πραγματισμού» τον οποίο συγχύζουν με το ρεαλισμό. Όλες οι ερμηνείες που ήθελαν να κατανοήσουν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του μέχρι τώρα σοσιαλισμού σαν «νίκη» του δυτικού καπιταλισμού είναι χωρίς περιεχόμενο. Στον 21ο αιώνα τίθεται το καθήκον μιας νέας ριζοσπαστικής κοινωνικής κριτικής που θα έχει στο στόχαστρο της την κρίση της «αφηρημένης εργασίας», της μορφής αξία, της μορφής εμπόρευμα, της πολιτικής ρύθμισης κλπ. με σκοπό τη συνειδητή υπέρβαση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και ζωής. Είναι ύψιστη ανάγκη η συγκρότηση το συντομότερο ενός χειραφετητικού κοινωνικού κινήματος το οποίο θα τολμήσει να κάνει την αποφασιστική ρήξη με την εμπορευματοπαραγωγό κοινωνία.
Μάης 2008
—
Σημειώσεις